ἄλθος


ἄλθος
ἀλθηστήριον, ἄλθος, Heilmittel

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • άλθος — ἄλθος ( εος), το (Α) [ἀλθαίνω] θεραπευτικό μέσο, φάρμακο …   Dictionary of Greek

  • ἄλθος — healing neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄλθεα — ἄλθος healing neut nom/voc/acc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • 'λθη — ἄλθη , ἄλθος healing neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἄλθη , ἄλθος healing neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Althaea — can refer to:*Althaea (mythology), the daughter of Thestius and mother of Meleager *Althaea (genus), a genus of about 12 species of perennial herbs, native to Europe and western Asia, that includes the marshmallow plant *119 Althaea, an… …   Wikipedia

  • Alpen, die — Die Alpen, singul. inus. eine der ältesten Benennungen aller hohen Berge, welche heut zu Tage vorzüglich noch denjenigen Bergen eigen ist, welche Deutschland von Italien scheiden; das Alpengebirge. Obgleich die einfache Zahl, die Alp, im… …   Grammatisch-kritisches Wörterbuch der Hochdeutschen Mundart

  • αλθαίνω — ἀλθαίνω (Α) θεραπεύω, γιατρεύω. [ΕΤΥΜΟΛ. Ρηματικός τ.. που απαντά και ως ἀλθήσκω, ἀλθίσκω. Οι αρχαιότεροι τ. τού ρήματος ἀλθαίνω απαντούν συνήθως σε μέση φωνή και χρόνο αόριστο (ἀλθόμην) ή μέλλοντα (ἀλθήσομαι). Ο τ. ἀλθέξομαι τού μέλλοντα πρέπει… …   Dictionary of Greek

  • αναλθής — ἀναλθής, ές (Α) αυτός που δεν θεραπεύεται, ανίατος, αγιάτρευτος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀν στερ. + ἄλθος «θεραπεία»] …   Dictionary of Greek

  • γυιαλθής — γυιαλθής, ές (Α) αυτός που τρέφει τα μέλη τού σώματος. [ΕΤΥΜΟΛ. < γυίον + άλθος «θεραπευτικό μέσο, φάρμακο»] …   Dictionary of Greek

  • ευαλθής — εὐαλθής, ές (Α) 1. αυτός που θεραπεύεται εύκολα, ο ευίατος, ο ευκολοθεράπευτος 2. αυτός που θεραπεύει. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + αλθής (< άλθος «φάρμακο, ίαση» < αλθαίνω «θεραπεύομαι»), πρβλ. δυσ αλθής, ωμ αλθής] …   Dictionary of Greek

  • παναλθής — παναλθής, ές (Α) αυτός που θεραπεύει τα πάντα. [ΕΤΥΜΟΛ. < παν * + αλθής (< ἄλθος «φάρμακο»)] …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.